Τρύγος και κρασί τότε και σήμερα


Πολλά τα αμπέλια τότε στην Λεβιδιώτικη επικράτεια, ώστε να εξασφαλίσει κάθε σπιτικό το κρασί του. Σε πολλές περιπτώσεις το κρασί είχε το προβάδισμα σε ένα σπίτι ακόμα και από το ψωμί. Τα αμπέλια υπήρχαν σε πολλές περι οχές όπως στου Kάγκαρη, στο Νούδημο, στον Αγιο-Βλάση, στο Σταυρούλι, αλλά και σε ξένες περιφέρειες όπως Κακούρι, Κάψια. Σήμερα ελάχιστα έχουν απομείνει και καλλιεργούνται αλλά και λίγα εκείνα που έχουν φυτευτεί ως καινούργια. Τότε κάθε σπίτι έβαζε οπωσδήποτε το κρασί του για όλη τη χρονιά, από δικό του αμπέλι πού καλλιεργούσε και το φτωχότερο σπίτι ακόμα έβαζε τουλάχιστον 300 μπότσες κρασί και πάνω, (300 μπότσες = 600 οκά- δες) για να βγει η χρονιά και ειδικά ο χειμώνας αλλά και οι δουλειές. Οι πολυμελείς οικογένειες έφθαναν ακόμη να βάζουν μέχρι και 2000 οκάδες κρασί για όλη τη χρονιά, αφού έπιναν όλοι σχεδόν, άνδρες, γυναίκες και παιδιά μεγάλης ηλικίας. Σήμερα ελάχιστοι είναι αυτοί που βάζουν δικό τους κρασί, μικρές ποσότητες πάντα (αφού το κρασί πια έχει αντικατασταθεί από πολλούς από άλλα ποτά), αλλά και αυτοί που δεν έχουν αμπέλια το αγοράζουν από άλλες περιοχές έτοιμο (Ορεινή Κορινθία, Νεμέα, Αργος κ.λ.π.) Τότε τα αμπέλια οι Λεβιδιώτες τα περιποιούνταν πολύ. Ξεκινούσαν με το ξελάκωμα (για να πάρει αερατό κλίμα) έριχναν τις κοπριές τους, Νοέμβρη – Δεκέμβρη έριχναν τις καταβολάδες, Μάρτη, Απρίλη γινόταν το κλάδεμα (αν δεν υπήρχε ψαλίδα υπήρχε το κλαδευτήρι και ο σβανάς, πριονάκι για τα ξεράδια), ακολουθούσε το σκάψιμο με ξινιάρι (τσάπα) ή δίχαλο, το χώμα γινόταν κουτρούλια για επιπλέον αερισμό των ριζών. Σήμερα όλα έχουν αντικατασταθεί. Για το σκάψιμο έχει αναλάβει η φρέζα του τρακτέρ, χειροκίνητη, για κοπριά το λίπασμα, για κλάδεμα η ψαλίδα και μάλιστα ηλεκτρική ψαλίδα. Φθάνουμε στο ράντισμα, στο μεγάλο μπελά του περονόσπορου. Τότε όλα τα ραντίσματα γινόταν με τη ραντιστήρα και με γαλαζόπετρα και ασβέστη, που επαναλαμβανόταν πολλές φορές μέχρι τον τρύγο, ανάλογα με τις βροχές και την υγρασία του καλοκαιριού. Συνοδευτικά κατά καιρούς υπήρχε το θειάφισμα με το φυσούνι ή τη λινάτσα. Σήμερα το ράντισμα γίνεται με μοτέρια, με λάστιχα που εκτοξεύουν το υγρό στα αμπέλια, υπάρχουν οι βορδιγάλιοι πολτοί και άλλα πολλά υγρά και φάρμακα, (άλλο για τον περονόσπορο, άλλα για το φύλλο, άλλο για τον καρπό) αφού οι αρρώστιες έχουν πολλαπλασιαστεί και επηρεάζουν το φυτό, διαδικασία όμως που διαρκεί το πολύ μισή με μία ώρα, εν σχέσει με τις με τις 10 – 20 – ή 30 ραντιστήρες που έπρεπε να ρίξουν ολημερίς οι παλιότεροι και φθάνουμε στην εποχή του τρύγου. Τότε ο τρύγος γινόταν (και γίνεται) περίπου αρχές Οκτώβρη . Ήταν μεγάλη φασαρία (θέρος, τρύγος, πόλεμος!) αλλά και γλέντι. Κυριαρχούσαν τα πειράγματα, χωρατολογήματα, τραγούδια. Πρώτοι έκαναν την αρχή οι σουγιάδες ή τα μαχαίρια για το κόψιμο των σταφυλιών. Μετά τα σταφύλια έμπαιναν στις κοφίνες ή στις γιδιές φόρτωμα στα ζα (ζώα) και κατευθείαν άδειασμα στο Ληνό. Τις προηγούμενες μέρες από τον τρύγο είχαν πλυθεί τα βαγένια και ο Ληνός ώστε να είναι έτοιμα. Αρχίζει το πάτημα του σταφυλιού στο Ληνό. Σηκωμένα καλαμόβρακα τραγούδι και χοροπήδημα μέχρι να πατηθεί να λιώσει και η τελευταία ρόγα.

%cf%84%cf%81%cf%85%ce%b3%ce%bf%cf%831

Η πατροπαράδοτη αυτή διεργασία γινόταν και σε άλλες κρασοπαραγωγικές επαρχίες της χώρας, όπως Νεμέα, Μέγαρα Αττική κ.λπ. Συνδέθηκε μάλιστα σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιότερων και με την αριστοκρατία της εποχής. Στην Αττική σοβαρές κυρίες και δεσποινίδες ξεκινούν από την Αθήνα και πάνε στο Λιοπέσι στα Μεσόγεια να πατήσουν σταφύλια, να δουν πως βγαίνει ο μούστος, το κρασί και ξετρελαίνονται με την όλη διαδικασία. Μετά το πάτημα λοιπόν ο μούστος πέφτει στα βαγένια για βράσιμο, μετά πέφτει και το ρετσίνι, ακολουθεί το βράσιμο για κάποιες μέρες και μετά το κλείσιμο του βαγενιού. Τα τσίπουρα που έχουν μείνει, θα περάσουν από την τσιπουριά (συσκευή στιψίματος ) για να βγει ο τσιπουρίτης (μούστος κατώτερης ποιότητας). Μετά τα στιμένα τσίπουρα πάνε για καζάνιασμα για να βγει και το τσίπουρο (υγρό) της χρονιάς, για κάθε σπιτικό. Σήμερα ο τρύγος ξεκινάει με τον ίδιο τρόπο, οι κοφίνες έχουν αντικατασταθεί από πλαστικές χονδρές σακούλες, τα Ζα έχουν αντικατασταθεί από αγροτικά αυτοκίνητα μεταφοράς, ο Ληνός έχει αντικατασταθεί (ελάχιστοι υπάρχουν ακόμη) από μεγάλες πλαστικές βούτες (δοχεία) και μερικά ξύλινα βαγένια από πλαστικά. Το ρετσίνι έχει σχεδόν ξεχαστεί και έχει αντικατασταθεί από την συνταγή του οινολόγου με τα απαραίτητα που θα πέσουν μέσα αφού προηγηθεί η οινολόγηση του μούστου. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται για το βράσιμο και την επεξεργασία των τσίπουρων, εδώ τελειώνει η διαδικασία του τρύγου τότε και σήμερα η επεξεργασία των σταφυλιών για την παραγωγή του κρασιού. Ας κάνουμε όμως και ενάν ύμνο στο κρασί που ετοιμάσαμε . Φαίνεται ότι το κρασί είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του πολιτισμού μας και μας συνοδεύει σε πολλές φάσεις της καθημερινής μας ζωής. Ήταν και είναι αδιανόητο η απουσία της μπουκάλας με το κρασί, από το κάθε σπιτικό, Λεβιδιώτικου ειδικά , την ώρα γευμάτων, γλεντιών αλλά και στο πατροπαράδοτο βραδυνό λακριντί. Όλοι παραδέχονται την ψυχοσωματική τόνωση που έδωσε το κρασί κατά την περίοδο της κατοχής στο λαό μας. Βοήθησε πολλούς να επιζήσουν αφού συμπλήρωνε την έλλειψη θερμίδων που είχε ανάγκη ο οργανισμός ,τον έθρεψε, τον ζέσταινε και τον δυνάμωνε. Τον καιρό της κατοχής, της απελπισίας των λαχανίδων και της μπομπότας, με το καθημερινό ενδεχόμενο του θανάτου, το κρασί ήταν η ηθική τόνωση η ελπίδα και η αντίσταση. Ειδικά οι προγονοί μας το κρασί το τίμησαν ιδιαίτερα, όταν μετά από ατελείωτες ώρες δουλειάς είχαν το κρασί σαν τονωτικό τους, όταν στο ταγάρι, μαζί με το μισοκάρβελο (αν υπήρχε), το φτωχό προσφάι, πρώτη η τσιότρα έμπαινε γεμάτη. Βέβαια η επιστήμη (οι γιατροί) συμφωνούν, εγκρίνουν, αλλά η κατάχρηση την σταματά. Αξίζει λοιπόν το κρασί να έχει τη θέση του στο τραπέζι της κάθε οικογένειας όπως το ψωμί, γι’ αυτό όχι μόνο τον άρτον, αλλά και τον «οίνον ημών τον επιούσιον».

Κλείνω τον μικρό ύμνο στο κρασί με αναφορές δύο μεγάλων και μεγάλων φίλων του κρασιού.

 Βάρναλης :

Μες την υπόγεια την ταβέρνα

μες σε καπνούς και σε βρισιές

απάνου στρίγκλιζε η λατέρνα

όλη η παρέα πίναμε εψές,

εψές σαν όλα τα βραδάκια,

να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

 

Πορφύρας :

Πιές στου γιαλού, τη σκοτεινή

ταβέρνα, το κρασί σου

σε μια άκρη, τώρα που ’ρθανε

ξανά τα πρωτοβρόχια,

πιέτο με ναύτες και σκυφτούς

ψαράδες αντικρύσου,

μ΄ ανθρώπους που βασάνισε,

η θάλασσα και η φτώχεια…

 

Στην υγειά μας! Χ.Λ.